Monday, 2 October 2017

Ο λόγος που έμαθα Αγγλικά...


Το περασμένο καλοκαίρι (2017) πήγα για διακοπές στην Ελλάδα. Πέρασα αρκετό χρόνο στο χωριό μου μαζί με τους γονείς και τον αδερφό μου. Ένα πρωινό, καθόμασταν με τους γονείς μου στην αυλή, κάτω από τον παχύ ίσκιο του σκιάστρου που είχε φτιάξει ο πατέρας μου χρόνια πριν. Τα περίπου 40τμ επιφάνειας του σκιάστρου, δρόσιζαν με το παραπάνω μια μεγάλη επιφάνεια, η οποία περιείχε και ένα μεγάλο τραπέζι αρκετό για να χωρέσουν 10 άτομα, όπου τρώγαμε το μεσημεριανό μας κάθε μέρα. Που και που περνούσαν από το δρόμο
συγχωριανοί, οι οποίοι είτε θα λέγαν μια καλημέρα απλά, είτε θα πιάναν κουβέντα με τους γονείς μου αλλά και με μένα, μιας και οι περισσότεροι είχαν χρόνια να με δουν και ήθελαν να μάθουν πως είναι τα πράγματα στην "κάτω γη".

Δυο τρεις γείτονες είχαν καθίσει στην παρέα μας και είχαμε πιάσει κουβέντα για διάφορα θέματα. Μια γειτόνισσα με ρώτησε αν γνώριζα Αγγλικά πριν πάω στην Αυστραλία ή αν τα έμαθα εκεί. Μου έδωσε μια πολύ καλή ευκαιρία να της πω εν συντομία την αγαπημένη μου ιστορία. Για το πως ο πατέρας μου με "ξεγέλασε" και ξεκίνησα φροντιστήριο Αγγλικών.

Ήταν μια μέρα στα τέλη του Αυγούστου και ήμουν 9 χρονών. Οι διακοπές του καλοκαιριού έφταναν στο τέλος τους και εμείς απολαμβάναμε αυτές τις τελευταίες μέρες της "ελευθερίας μας", μιας και μετά θα ξεκινούσαν τα "βάσανα". Τόσο ξέραμε από βάσανα, τόσο σκεφτόμασταν! Ξαφνικά, εκεί που έπαιζα στην αλάνα, με φωνάζει ο πατέρας μου από το καφενείο απέναντι να πάω εκεί. Έτρεξα και τον βρήκα να μιλάει με έναν μεσήλικο κύριο, ο οποίος, όπως μου εξήγησε ο πατέρας μου, ήταν στρατιωτικός και έκανε ως δεύτερη δουλειά, διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας.
"Θες να σε γράψω στο φροντιστήριο να πας με τα άλλα παιδιά να μάθεις και εσύ Αγγλικά;" με ρώτησε ο πατέρας μου. Η πρώτη μου σκέψη ήταν "περισσότερο διάβασμα, λιγότερο παιχνίδι". Και χωρίς να το σκεφτώ πολύ, του απάντησα "Εγώ δεν ξέρω Ελληνικά μπαμπά, Αγγλικά θα πάω να μάθω;"
Αλλά ο πατέρας μου που διάβασε τις σκέψεις μου κατ' ευθείαν, μου απάντησε αμέσως πολύ ήρεμα: "Εντάξει ρε τύπε. Μην πας. Αλλά να ξέρεις, θα είσαι ο μόνος που δεν θα ξέρει να μιλάει μια δεύτερη γλώσσα. Όλοι οι άλλοι θα μπορούν".
Αυτό ήταν! Με χτύπησε στο ευαίσθητο σημείο μου! Να δεχτώ εγώ, με τον εγωισμό που έχω, να είναι κάποιος άλλος, καλύτερος από μένα!!! Αδύνατον! Τσίμπησα το "δόλωμα" και πετάχτηκα:
"Εντάξει θα πάω". Ο πατέρας μου χαμογέλασε με νόημα κοιτώντας τον καθηγητή και γύρισε το βλέμμα του σε μένα.
"Μια μέρα θα με ευχαριστείς για αυτό" μου είπε.

Στο άκουσμα όλης αυτής της ιστορίας, ο πατέρας μου την άκουγε προσεχτικά και ταυτόχρονα χαμογελούσε, μιας και οι μνήμες εκείνης της μέρας του ερχόταν και πάλι. Όταν τελείωσα με ρώτησε:
"Ξέρεις γιατί ήθελα να μάθεις μια δεύτερη γλώσσα;"
Κατάλαβα πως υπήρχε μια άλλη ιστορία πίσω από αυτήν που μόλις είχα διηγηθεί και ήθελα πολύ να την ακούσω! Ήμουν σίγουρος πως είχε να κάνει με κάποια κατάσταση που είχε βιώσει ο ίδιος και μάλιστα όχι καλή.
"Γιατί;" τον ρώτησα περιμένοντας να μου αφηγηθεί.
"Σου έχω πει τι έγινε τη μέρα που πέταξα για πρώτη φορά να πάω για δουλειά στη Σαουδική Αραβία;" με ξαναρώτησε με το βλέμμα καρφωμένο κάπου στο τραπέζι, καταλαβαίνοντας πως αναπολούσε την όλη ιστορία που επρόκειτο να μου διηγηθεί.
"Κάτι μου έχεις πει, αλλά δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς" του απάντησα.
Ο πατέρας μου είχε φύγει για Σαουδική Αραβία το 1974 για δουλειά, μετά από μια ζημιά με εγκεφαλική βλάβη που είχε πάθει ο αδερφός μου. Επειδή τα χρήματα που απαιτούνταν για θεραπείες κλπ ήταν πάρα πολλά και καμιά δουλειά δεν μπορούσε να του τα εξασφαλίσει, έριξε τα μάτια του στην "Αραπιά" όπως πολύ συχνά ο ίδιος την αποκαλούσε, για να μπορέσει να βγάλει όχι μόνο τα προς το ζην της οικογένειας, αλλά και όλα τα έξοδα των ιατρικών περιθάλψεων που απαιτούνταν εκείνο τον καιρό. Έμεινε εκεί για 4 χρόνια και κάθε 6 μήνες, ερχόταν να μας δει με 2 βδομάδες άδεια.

Αφού λοιπόν κοντοστάθηκε λίγο στις σκέψεις του, άρχισε να μας λέει:
Όταν έφυγα για Σαουδική Αραβία για δουλειά, είχα πάρει μαζί μου τον Τάκη και το Βαγγέλη (δυο μικρότερους από αυτόν σε ηλικία συγχωριανούς μας) για να έρθουν και αυτοί μαζί μου για δουλειά. Τους είχα κάνει τα χαρτιά και πήγαμε. Ήμασταν στα γραφεία της εταιρίας που μας προσέλαβε, στην Αθήνα και κάτω από τα γραφεία, είχε ένα κυλικείο, το οποίο πούλαγε σάντουϊτς. Για να μην αργοπορούμε, μιας και έπρεπε να βιαστούμε για το αεροδρόμιο, πήρα ένα σάντουϊτς από εκεί να φάω στα γρήγορα. Με πείραξε όμως και μέχρι να φτάσουμε στο Ελληνικό, ήμουν έτοιμος να κάνω εμετό! Με το που φτάσαμε εγώ στην τουαλέτα να ξερνάω. Κάθε τρεις και λίγο μπαινόβγαινα από την τουαλέτα! Με είχε πεθάνει! Ρωτήσαμε για την πτήση μας και μας είπαν ότι είχε τέσσερις ώρες καθυστέρηση! Ξαναρώτησα την υπάλληλο εκεί στο γραφείο: "Τουλάχιστον θα πάει κατ' ευθείαν;"
Με κοίταξε στην κατάσταση που ήμουν και μου λέει: "Κοίταξε, εσένα δε σε βλέπω καλά. Πας και κάνεις συνέχεια εμετό! Γιατρό δεν έχει στο αεροπλάνο. Μπορείς να ταξιδέψεις αύριο, δε χάθηκε ο κόσμος! Θα σου αλλάξουμε το εισιτήριο για αύριο. Μείνε σήμερα εδώ".
"Τι λες τώρα, πως δεν θα πάω;" της απάντησα. Εγώ είχα και τους άλλους μαζί μου. Έπρεπε να αλλάξουν και εκείνων τα εισιτήρια αν έμενα εγώ εκεί.
"Όχι" συνέχισα "θα πάω".
"Η ευθύνη είναι δική σου, στο αεροπλάνο δεν υπάρχει γιατρός" μου τόνισε και πάλι.
"Δε χρειάζεται γιατρός" της αποκρίθηκα, Εγώ εν τω μεταξύ είχα βγάλει τα πάντα, δεν είχε μείνει κάτι άλλο στο στομάχι μου. Πήρα και μια σακούλα στη τσέπη μου μπας και χρειαστεί για αργότερα κατά τη διάρκεια της πτήσης. Εκεί στο αεροδρόμιο, συνάντησα και ένα Πομακάκι, από τον Εχίνο της Ξάνθης. Μιλήσαμε λίγο, μιας και με είδε το χάλι μου.
"Τι έπαθες;" με ρώτησε.
"Τι να πάθω; Δηλητηρίαση μάλλον" του είπα.
"Καλά είναι να πας σε γιατρό" μου πρότεινε και αυτός.
"Άσε το γιατρό μωρέ, πάμε τώρα" του απάντησα. "Εσύ που πας;" τον ρώτησα.
"Εγώ πάω στη Τζέντα και από εκεί στην Μέκκα για προσκύνημα" μου είπε.
Ήταν δάσκαλος το παιδί και πήγαινε στην Μέκκα για να γίνει Χατζής και μετά Χότζας.

Μπήκαμε στο αεροπλάνο και ευτυχώς μπόρεσα και κοιμήθηκα λίγο κατά την πτήση. Οπότε ηρέμησα λίγο με την ανακατωσούρα στο στομάχι μου και τους εμετούς. Μετά από ώρες φτάσαμε πάνω από τη Βυρηττό. Κάνει μια βουτιά το αεροπλάνο να προσγειωθεί και κατέβασε το σύστημα προσγείωσης. Ακούγεται, το νιώθεις. Ιδίως σε εκείνα τα παλιά τα Μπόινγκ 707, το καταλάβαινες για τα καλά! Μόλις όμως έφτασε στο διάδρομο, φουλάρισε του κινητήρες και ξανανέβηκε πάλι. Μάζεψε και το σύστημα προσγείωσης και πήρε ύψος.
"Μπα" σκέφτηκα αμέσως. "Τι έγινε;"
Ξαναγυρνά για δεύτερη προσπάθεια, αφού έκανε μια γύρα που διήρκησε πάνω από πεντάλεπτο. Μπορεί και δέκα λεπτά να του πήρε! Ξανά τα ίδια. Άρχισα να ιδρώνω! Σκέφτηκα πως κάτι έτρεχε με το σύστημα προσγείωσης. Αφού το άνοιγε και μετά από λίγο έφευγε ξαναμαζεύοντάς το, τι άλλο θα μπορούσα να σκεφτώ; Τελικά με την τέταρτη προσπάθεια, προσέγγισε στο διάδρομο και κατεβήκαμε κάτω. Στο αεροπλάνο μέσα μας λένε όμως, πως το αεροπλάνο σταματάει εδώ, δεν θα ταξιδέψει σήμερα! Θα μας πάνε σε ξενοδοχείο, μέχρι να δούνε τι θα γίνει.

Βγαίνουμε από το αεροπλάνο, τι να δούμε! Οδοφράγματα, πολυβόλα! Αργότερα μάθαμε πως οι αντάρτες είχαν κάνει απόπειρα να καταλάβουν το αεροδρόμιο της Βυρητtού και είχαν βάλει οδοφράγματα στους διαδρόμους. Για αυτό και το αεροπλάνο δεν μπορούσε να προσγειωθεί! Γινόταν ένας αγώνας να καθαρίζουν τους διάδρομους προσγείωσης, ενώ ταυτόχρονα άλλοι μάχονταν μέσα στο αεροδρόμιο! Ο πιλότος εκείνος, είχε πάρει πρωτοβουλία και τελικά με δική του ευθύνη προσγείωσε το αεροπλάνο.

Τέλος πάντων, μπαίνουμε στο αεροδρόμιο. Ήταν ένας αράπης εκεί με τα μαντήλια του και έλεγχε και σφράγιζε τα διαβατήριά μας. Εμείς τελευταίοι στη σειρά. Έρχεται η σειρά μας, του δίνουμε τα διαβατήριά μας και μου μιλάει αυτός! Τι λέει όμως; Πέντε γλώσσες μου μίλησε ο άνθρωπος! Πέντε! Εγώ βόϊδαρος, τίποτα! Αφού είδε ότι δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, μας έδειξε το παγκάκι εκεί στην άκρη. Μόλις μου το έδειξε του λέω "Άστο, αυτό το κατάλαβα." Γυρνάω στους δικούς μου, τους λέω "Πάμε να κάτσουμε εκεί". Οι άλλοι φεύγανε, αλλά ο Πομάκος σταματάει στην πόρτα βλέποντάς μας να μένουμε πίσω και κρατάει το λεωφορείο! Έρχεται εκεί που καθόμασταν.
"Τι έγινε;" μας ρωτάει.
"Τι να γίνει ρε φίλε" του λέω. "Ο άνθρωπος μας μίλησε σε πέντε γλώσσες. Κάτι μας ρωτάει, αλλά εμείς δεν καταλαβαίνουμε τι. Στο τέλος μας έδειξε το παγκάκι".
"Ελάτε εδώ ρε 'σεις" μας λέει. "Εγώ δεν ξέρω πολλά Αραβικά. Από το Κοράνι έχω μάθει πέντε λέξεις, αλλά θα συνεννοηθούμε. Ελάτε εδώ".
Μίλησε τελικά εκείνος για εμάς, μας σφράγισαν τα διαβατήρια και πήγαμε τελικά στο ξενοδοχείο. Εν τω μεταξύ πυροβολισμοί, κακό παντού! Εμπόλεμη κατάσταση! Δεν φτάναν όλα αυτά, όταν πήγαμε στο ξενοδοχείο, βγήκαμε στη βεράντα, ανάψαμε και τα φώτα και τεντωνόμασταν. Βρε κάτσε μέσα τι σου χρειάζεται! Αλλά παιδιά ήμασταν. Ήμουν 29 χρονών τότε. Εκείνη τη μέρα αν με χτύπαγες με μαχαίρι, αίμα δε θα έβγαζα! Τέτοια στεναχώρια είχα. Έλεγα μέσα μου "Κοίτα να δεις, ο άνθρωπος πέντε γλώσσες μιλάει και 'γω δεν μπορώ να του πως δυο λέξεις! Ρωσικά, Αγγλικά, Γαλλικά Ιταλικά και Αραβικά. Εγώ λέξη!"

Τελειώνοντας εδώ την ιστορία του ο πατέρας μου γύρισε και με κοίταξε. "Για αυτό ήθελα από μικρός να πας να μάθεις μια άλλη γλώσσα. Γα να μη βρεθείς ποτέ σε τέτοια κατάσταση όπως είχα βρεθεί εγώ. Να μη σου δεθεί ποτέ η γλώσσα!"

Από όταν ήρθα μόνιμα στην Αυστραλία, αλλά και πολλές φορές που χρειάστηκε πιο πριν σε κάποιο ταξίδι στο εξωτερικό, αλλά και άλλες φορές που χρειάστηκα τα Αγγλικά, θυμήθηκα εκείνη την κουβέντα που μου είχε πει όταν ήμουν 9 χρονών: "Μια μέρα θα με ευχαριστείς για αυτό." Έχω χάσει λογαριασμό για το πόσες φορές τον ευχαρίστησα. Τόσο για το ότι με "ξεγέλασε" να πάω φροντιστήριο, όσο και για πολλά άλλα που έκανε για μένα. Μπαμπά σε ευχαριστώ πολύ!

Χριστόδουλος